Σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης και εθνικού στοχασμού τελέστηκε σήμερα, Κυριακή 5 Οκτωβρίου, το ετήσιο μνημόσυνο στον Δήμο Παύλου Μελά για τους Έλληνες του Πόντου που μαρτύρησαν στα Δικαστήρια της Αμάσειας τον Σεπτέμβριο του 1921. Εκατόν τέσσερα χρόνια μετά, η μνήμη των ηρώων εκείνων παραμένει ζωντανή, ως υπόμνηση του τιμήματος που κατέβαλε ο Ελληνισμός για την ελευθερία και την αξιοπρέπειά του.
Η ημέρα ξεκίνησε με Θεία Λειτουργία και επιμνημόσυνη δέηση στον Ιερό Ναό Αγίας Βαρβάρας, παρουσία εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης, συλλόγων, ποντιακών σωματείων και πολιτών. Ακολούθησε συγκινητική εκδήλωση στο πάρκο του Δημαρχείου Παύλου Μελά, εκεί όπου το βλέμμα συναντά το Μητροπολιτικό Πάρκο και το μνημείο του Νίκου Καπετανίδη — του εθνομάρτυρα δημοσιογράφου που έδωσε τη ζωή του για την αλήθεια και την ελευθερία του Ποντιακού Ελληνισμού.
«Περισσότερο από ένας αιώνας μάς χωρίζει από εκείνες τις μέρες, κι όμως, ο πόνος, ο ξεριζωμός και η καταστροφή δεν ξεθώριασαν», τόνισε ο Δήμος Παύλου Μελά, δίνοντας το στίγμα της ημέρας. «Η θυσία των μαρτύρων της Αμάσειας παραμένει φάρος για κάθε κοινωνία που πιστεύει στη δικαιοσύνη, στη δημοκρατία και στην αλήθεια», αναφέρθηκε χαρακτηριστικά. Στην καρδιά του μνημείου, ο Νίκος Καπετανίδης δεν είναι απλώς ένα όνομα, αλλά το σύμβολο ενός ολόκληρου λαού που αντιστάθηκε με πνεύμα και λόγο στην τυραννία και την ιστορική λήθη.
Ομιλητής της εκδήλωσης ήταν ο δημοσιογράφος και Πρόεδρος του Συμβουλίου Τιμής και Δεοντολογίας της ΕΣΗΕΜ-Θ, Νίκος Ασλανίδης, ο οποίος με την ομιλία του «Τα Δικαστήρια της Αμάσειας και ο δημοσιογράφος Νίκος Καπετανίδης» ανέδειξε το μέγεθος του εγκλήματος αλλά και την αντοχή της ιστορικής αλήθειας μέσα από το έργο του Καπετανίδη και της εφημερίδας του, Εποχή. Όπως υπογράμμισε, «ο Καπετανίδης δεν εκτελέστηκε μόνο επειδή ήταν Έλληνας, αλλά επειδή αρνήθηκε να σωπάσει – και αυτή η ανυπότακτη φωνή του παραμένει επίκαιρη όσο ποτέ».
Η τελετή ολοκληρώθηκε με κατάθεση στεφάνων και ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των μαρτύρων. Ο Δήμος Παύλου Μελά, πιστός στη μνήμη και την ιστορική ευθύνη, απέδειξε για ακόμη μια φορά πως οι τοπικές κοινωνίες, μακριά από τη ρηχή πολιτική υποκρισία της κεντρικής εξουσίας, κρατούν αναμμένη τη φλόγα της μνήμης και της αξιοπρέπειας του Ελληνισμού.