Η γρίπη επιστρέφει με ένταση που προκαλεί συναγερμό για τη δημόσια υγεία. Η φετινή περίοδος σηματοδοτείται από υψηλή μεταδοτικότητα και βαρύτερη νόσηση, ξεπερνώντας κατά πολύ τον μέσο όρο των τελευταίων πέντε ετών, σύμφωνα με τα πρώτα δεδομένα από το νότιο ημισφαίριο και την Ελλάδα. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: ο έγκαιρος αντιγριπικός εμβολιασμός δεν αποτελεί προαιρετική επιλογή, αλλά επείγουσα αναγκαιότητα.
Τα στοιχεία του Δικτύου Παρατηρητών Νοσηρότητας στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας καταγράφουν έναρξη της γρίπης ήδη από τις 10 Νοεμβρίου, με προοπτική παρατεταμένης δραστηριότητας έως και το τέλος Απριλίου. Η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας, Ειρήνη Αγαπηδάκη, προειδοποιεί για το ενδεχόμενο βαρύτερης νόσησης και επισημαίνει την ανάγκη προστασίας των ευπαθών ομάδων, που περιλαμβάνουν ηλικιωμένους, εγκύους, βρέφη, αλλά και άτομα με χρόνια νοσήματα.
Η κυριαρχία του στελέχους A/H1N1pdm, που κυριάρχησε στο νότιο ημισφαίριο, και οι ανησυχητικές ενδείξεις για τον αντιγονικά μετατοπισμένο κλάδο Κ του Α(Η3Ν2) προκαλούν ανησυχία για αυξημένη μετάδοση και ένταση της νόσου στην Ελλάδα. Οι υγειονομικές αρχές παρακολουθούν στενά την εξέλιξη, ενώ η πρόεδρος του ΕΟΔΥ, Χρήστος Χατζηχριστοδούλου, επισημαίνει την αναγκαιότητα άμεσης ενημέρωσης και κινητοποίησης.
Ο εμβολιασμός αποτελεί την πιο ισχυρή ασπίδα απέναντι στη γρίπη. Με μόλις ένα εκατομμύριο εμβολιασμένους έως σήμερα στη χώρα, απέχουμε πολύ από τον περσινό στόχο των 2,4 εκατομμυρίων. Το κράτος προσφέρει δωρεάν, εύκολη και άμεση πρόσβαση στο αντιγριπικό εμβόλιο, χωρίς να απαιτείται συνταγή γιατρού, ενώ καταγράφεται υποχρεωτικά στο Εθνικό Μητρώο Εμβολιασμών. Η αδράνεια μπροστά σε αυτήν την πραγματικότητα εκθέτει όλους μας σε σοβαρούς κινδύνους.
Το κράτος και οι υγειονομικές αρχές έχουν ευθύνη να ενισχύσουν την ενημέρωση και να εξασφαλίσουν την ομαλή ροή των εμβολιασμών. Η κοινωνική αλληλεγγύη και η υπευθυνότητα δεν είναι απλώς λόγια, αλλά μονόδρομος για την αποτροπή σοβαρών επιπλοκών και την αποσυμφόρηση του συστήματος υγείας. Η παράλληλη κυκλοφορία της γρίπης με τον SARS-CoV-2 καθιστά τον εμβολιασμό, μαζί με την τήρηση των μέτρων προστασίας, ακόμα πιο κρίσιμο.
Οι ομάδες που πρέπει άμεσα να εμβολιαστούν περιλαμβάνουν ηλικιωμένους άνω των 60, βρέφη και παιδιά, πάσχοντες από χρόνια νοσήματα, εγκύους, εργαζόμενους στον τομέα της υγείας, καθώς και ευάλωτους πληθυσμούς όπως άστεγους και κλειστούς πληθυσμούς. Η μη συμμόρφωση με αυτές τις συστάσεις εκθέτει την κοινωνία σε άμεσο κίνδυνο νέας υγειονομικής κρίσης.
Το κράτος οφείλει να δώσει άμεσες και συγκεκριμένες απαντήσεις: Πώς σχεδιάζει να αυξήσει τους εμβολιασμούς; Τι μέτρα λαμβάνει για την προστασία των πιο ευάλωτων; Πώς εξασφαλίζει την αποτελεσματική λειτουργία των δομών υγείας εν μέσω αυξημένης πίεσης; Το χειρότερο σενάριο δεν είναι πλέον απίθανο και η κοινωνία δεν μπορεί να επιτρέψει νέες καθυστερήσεις και ατολμίες.
Η πρόληψη είναι η μόνη σοβαρή επιλογή για να μην επαναληφθούν οι τραγικές εικόνες των προηγούμενων ετών. Η πολιτική ευθύνη και η κοινωνική αλληλεγγύη πρέπει να αποτυπωθούν άμεσα στη δράση, αλλιώς το τίμημα θα το πληρώσουν οι πιο αδύναμοι.