Με μια μακροσκελή ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η δήμαρχος Δέλτα Γερακίνα Μπισμπίνα επέλεξε να ανοίξει τη νέα χρονιά επιχειρώντας έναν απολογισμό δράσεων της δημοτικής αρχής, επενδύοντας πολιτικά και επικοινωνιακά στη λέξη «αυτονόητο». Ένα μήνυμα που φιλοδοξεί να απαντήσει στην κριτική, αλλά ταυτόχρονα γεννά εύλογα ερωτήματα για το πού τελειώνει η διαχείριση χρόνιων εκκρεμοτήτων και πού αρχίζει η απόπειρα επαναπροσδιορισμού του πήχη των προσδοκιών των πολιτών.
Η δήμαρχος υποστηρίζει ότι στην Τοπική Αυτοδιοίκηση το «αυτονόητο» δεν είναι ποτέ απλό, επικαλούμενη τη γραφειοκρατία, την έλλειψη πόρων και τις πολιτικές σκοπιμότητες. Πρόκειται για μια διαπίστωση που δύσκολα αμφισβητείται. Όμως το ερώτημα που τίθεται είναι διαφορετικό: όταν μια διοίκηση αναλαμβάνει με εντολή να λύσει προβλήματα, μπορεί να παρουσιάζει ως πολιτικό επίτευγμα την υλοποίηση έργων που εκκρεμούσαν επί δεκαετίες χωρίς σαφή χρονοδιάγραμμα συνολικής ανασυγκρότησης του δήμου;
Κεντρικό παράδειγμα στο μήνυμα της δημάρχου αποτελεί ο βρεφονηπιακός σταθμός της Σίνδου, ένα έργο-σύμβολο της διοικητικής αδράνειας προηγούμενων ετών. Η υπογραφή σύμβασης για την αποπεράτωσή του, μετά από «σαράντα κύματα», όπως σημειώνει η ίδια, σαφώς και αποτελεί θετική εξέλιξη για την τοπική κοινωνία. Ωστόσο, η πραγματική πολιτική αξιολόγηση δεν εξαντλείται στην υπογραφή μιας σύμβασης, αλλά θα κριθεί στην παράδοση, στη λειτουργία και στην επάρκεια των δομών που θα καλύψουν υπαρκτές κοινωνικές ανάγκες.
Ανάλογη είναι και η αναφορά στην «απελευθέρωση» του ιστορικού κτιρίου του Σιδηροδρομικού Σταθμού Σίνδου από καταληψίες. Πρόκειται για μια ενέργεια που όντως δεν είχε προχωρήσει επί χρόνια. Το ερώτημα όμως παραμένει: ποιος είναι ο σχεδιασμός αξιοποίησης του χώρου; Θα επιστραφεί ουσιαστικά στην κοινωνία ή θα παραμείνει ένα ακόμα κενό κέλυφος, απλώς χωρίς κατάληψη; Η εμπειρία της Δυτικής Θεσσαλονίκης έχει δείξει ότι η απομάκρυνση ενός προβλήματος δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με λύση.
Η δήμαρχος κάνει επίσης λόγο για το Λύκειο Διαβατών, ένα έργο που «βάλτωσε» και τώρα επανεκκινείται μέσω διαδικασιών που είχαν ξεκινήσει από την προηγούμενη διοίκηση. Η συγκεκριμένη αναφορά φωτίζει μια αλήθεια που συχνά αποσιωπάται: πολλά έργα στην Αυτοδιοίκηση είναι αποτέλεσμα διαδοχικών προσπαθειών και όχι αποκλειστικό προϊόν μιας δημοτικής περιόδου. Το πολιτικό ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι μόνο η ολοκλήρωση, αλλά και η ειλικρίνεια στον επιμερισμό της ευθύνης και της συνέχειας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η προαναγγελία παρεμβάσεων για το εγκαταλελειμμένο κολυμβητήριο της Νέας Μαγνησίας, μια διαχρονική «πληγή» για τον δήμο. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν υπάρχουν συγκεκριμένες δεσμεύσεις, χρηματοδοτικά εργαλεία ή χρονοδιαγράμματα. Σε μια περιοχή που έχει κουραστεί από εξαγγελίες χωρίς αποτέλεσμα, οι πολίτες δικαίως περιμένουν κάτι περισσότερο από μια γενική υπόσχεση.
Στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής του δήμου, η διατήρηση των ανταποδοτικών τελών χωρίς αυξήσεις παρουσιάζεται ως κοινωνικά ευαίσθητη επιλογή. Όμως η ψήφισή τους μόνο από τη διοικούσα παράταξη, όπως σημειώνει η ίδια η δήμαρχος, αναδεικνύει και ένα άλλο ζήτημα: την αδυναμία διαμόρφωσης ευρύτερων συναινέσεων σε κρίσιμα ζητήματα καθημερινότητας, σε έναν δήμο με έντονες κοινωνικές και χωρικές ανισότητες.
Η αναφορά στο ρόλο των social media και στη διάδοση της παραπληροφόρησης, με επίκληση στοιχείων του Ευρωβαρόμετρου, λειτουργεί ως έμμεση απάντηση στην κριτική που δέχεται η δημοτική αρχή. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η υπερέκθεση στα κοινωνικά δίκτυα δεν απαλλάσσει τις διοικήσεις από την υποχρέωση διαφάνειας, λογοδοσίας και έγκαιρης ενημέρωσης με στοιχεία, αποφάσεις και αποτελέσματα.
Το βασικό πολιτικό ερώτημα που προκύπτει από την ανάρτηση της δημάρχου Δέλτα είναι αν το «αυτονόητο» χρησιμοποιείται ως ειλικρινής απολογισμός ή ως ασπίδα απέναντι στην κριτική. Γιατί για τους πολίτες της Σίνδου, των Διαβατών και της Νέας Μαγνησίας, το αυτονόητο δεν είναι επικοινωνιακός όρος. Είναι σχολεία που λειτουργούν, υποδομές που αποδίδονται, δημόσιοι χώροι που ζωντανεύουν και ένας δήμος που παύει να μετρά τον χρόνο με χαμένες δεκαετίες. Εκεί θα κριθεί τελικά κάθε διοίκηση, μακριά από αναρτήσεις και καλές προθέσεις.