Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια σιωπηλή αλλά βαθιά κοινωνική κρίση, που δεν χωρά άλλες υπεκφυγές και επικοινωνιακές ωραιοποιήσεις. Η ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων επιβαρύνεται με ανησυχητικούς ρυθμούς, την ώρα που η αυτοκτονία παραμένει η τρίτη αιτία θανάτου για τους νέους ηλικίας 15 έως 29 ετών. Πίσω από τους αριθμούς κρύβονται πρόσωπα, οικογένειες και ένα κράτος που διαχρονικά επενδύει περισσότερο στη διαχείριση της κρίσης παρά στην πρόληψή της.
Τα στοιχεία είναι αμείλικτα. Κάθε χρόνο 400 έως 500 άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους από αυτοκτονία στη χώρα μας, σύμφωνα με το LifeLine International Network, με την πραγματική διάσταση του φαινομένου να παραμένει υπο-αναφερόμενη. Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στους ανήλικους. Όπως προκύπτει από τα δεδομένα του Οργανισμού «Το Χαμόγελο του Παιδιού», την περίοδο 2021–2025 καταγράφεται αύξηση 31,6% στα περιστατικά αυτοκτονικότητας και μη αυτοκτονικής αυτοτραυματικής συμπεριφοράς που διαχειρίστηκε ο Οργανισμός, με το 2025 να κλείνει με 764 περιστατικά, κατά μέσο όρο δύο την ημέρα. Τα κορίτσια ηλικίας 13 έως 15 ετών εμφανίζονται δραματικά υπερεκπροσωπημένα, επιβεβαιώνοντας ότι η εφηβεία εξελίσσεται σε πεδίο υψηλού ψυχικού κινδύνου.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η κοινή Συνέντευξη Τύπου του Προέδρου του Οργανισμού, Κώστα Γιαννόπουλου, και του Υφυπουργού Ψυχικής Υγείας, Δημήτρη Βαρτζόπουλου, ανέδειξε τόσο την αναγκαιότητα του συντονισμού όσο και τα διαχρονικά κενά της κρατικής πολιτικής. Η νέα φάση συνεργασίας με θεσμικούς φορείς όπως το ΕΚΑΒ, η Δίωξη Κυβερνοεγκλήματος, η Άμεση Δράση και το 112, φιλοδοξεί να διασφαλίσει άμεση παρέμβαση σε περιστατικά που θέτουν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές. Όμως η ίδια η πραγματικότητα υπενθυμίζει ότι η καταστολή της κρίσης χωρίς συστηματική πρόληψη μοιάζει με αγώνα δρόμου χωρίς τερματισμό.
Η ένταξη του «Χαμόγελου του Παιδιού» στο διεθνές δίκτυο LifeLine International Network και η έναρξη λειτουργίας των νέων Ευρωπαϊκών Γραμμών Βοήθειας για την ενδοοικογενειακή βία και τα θύματα αξιόποινων πράξεων αποτελούν αναγκαία εργαλεία. Δεν αρκούν όμως από μόνες τους. Όπως επισήμανε ο Κώστας Γιαννόπουλος, η πρόληψη παραμένει ο μεγάλος απών από τον δημόσιο διάλογο και τις πολιτικές προτεραιότητες, με το κόστος να αποτυπώνεται καθημερινά στις ζωές παιδιών που φτάνουν στα όρια της απόγνωσης.
Η πολιτεία καλείται να απαντήσει χωρίς μισόλογα. Η χρηματοδότηση, ο θεσμικός συντονισμός και η καθολική πρόσβαση σε δωρεάν υπηρεσίες ψυχικής υγείας δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως συμπληρωματικές δράσεις, αλλά ως πυρήνας κοινωνικής πολιτικής. Γιατί όσο η ψυχική υγεία των νέων παραμένει στην ουρά των προτεραιοτήτων, οι αριθμοί θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν και η κοινωνία θα μετρά απώλειες που θα μπορούσαν να είχαν προληφθεί.