Connect with us
Header Leaderboard Ad Code

Απόψεις

Οι επιπτώσεις του πληθωρισμού στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα ελληνικά νοικοκυριά: Η περίπτωση της Θεσσαλονίκης – Τι αποκαλύπτει μελέτη του ΙΕΛΚΑ

Η αύξηση του πληθωρισμού επηρεάζει τα περισσότερα αν όχι όλα τα κράτη της ΕΕ. Ωστόσο, στην Ελλάδα, οι συγκεκριμένες μεταβολές σε συνδυασμό με τις περιορισμένες αυξήσεις στους μισθούς των εργαζομένων συγκριτικά με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, δυσχεραίνουν σημαντικά τον τρόπο διαβίωσης των πολιτών. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δυσκολεύονται εξίσου να ανταπεξέλθουν στην ακρίβεια, καθώς η άνοδος του πληθωρισμού, μειώνει το ποσοστό των πελατών τους.

Για τα παραπάνω ζητήματα, μιλάει στα ditika.gr, η Νάνσυ Παπαδάτου, Μέλος Δ.Σ. Εμπορικού Συλλόγου Ευόσμου-Κορδελιού Επικεφαλής Γυναικείας Επιχειρηματικότητας.

Η οικονομία δεν είναι ποτέ στάσιμη. Όλα τα σημαντικά μεγέθη της, όπως το επίπεδο του εισοδήματος, της απασχόλησης, της ανεργίας, των τιμών, των εξαγωγών, κ.λπ. μεταβάλλονται διαχρονικά. Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα τελευταία χρόνια οι περισσότερες από τις ανεπτυγμένες οικονομίες, είναι το πρόβλημα του πληθωρισμού, η τάση, δηλαδή, για συνεχή άνοδο του γενικού επιπέδου των τιμών.

Σύμφωνα με μια μελέτη του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ) που δημοσιεύθηκε πρόσφατα, οι τιμές σε βασικά καταναλωτικά αγαθά ακολουθούν σε γενικές γραμμές την ποσοστιαία αύξηση των τιμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, δεν συμβαίνει το ίδιο και με το διαθέσιμο εισόδημα, το οποίο αυξήθηκε στην Ε.Ε κατά 46,29%, (από 19.174 ευρώ σε 28.050 ευρώ), ενώ στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά μόλις 14,79% (από 17.005 σε 19.520 ευρώ). Δηλαδή στην Ε.Ε., κατά μέσο όρο αυξήθηκε 214% περισσότερο απ’ ό,τι στη χώρα μας.

 Όπως διαπιστώνει το ΙΕΛΚΑ, αν και «σαφώς μικρότερες οι αυξήσεις επηρεάζουν πολύ περισσότερο τα ελληνικά νοικοκυριά εξαιτίας του πολύ μικρότερου ρυθμού αύξησης των εισοδημάτων μέχρι το 2021». Την περίοδο 2021-2023 «τα εισοδήματα ακολουθούν την τάση του ευρωπαϊκού μέσου όρου, αλλά υπολείπονται σημαντικά σε βάθος χρόνου και απαιτούνται γρηγορότεροι ρυθμοί σύγκλισης» τονίζει το Ινστιτούτο.

Σε αυτές τις συνθήκες η αγοραστική δύναμη των πολιτών μειώνεται δραματικά και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις προσπαθούν να επιβιώσουν με την απαισιοδοξία να κυριαρχεί κάνοντας λόγο ακόμα και για στοχοποίησή τους την ώρα που τα έξοδα αυξάνονται με γεωμετρικούς ρυθμούς. Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται και από την τελευταία έκθεση του ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ για το εισόδημα και τις δαπάνες διαβίωσης το 2024, που δείχνει ότι πάνω από ένας τους δύο (52,2%) αναγκάζονται να κάνουν περικοπές για να ανταπεξέλθουν στη γενικευμένη ακρίβεια. Οι τέσσερις στους δέκα μειώνουν τις αγορές σε ένδυση-υπόδηση και εξόδους-ψυχαγωγία, ενώ πάνω από έξι στους δέκα πλήρωσαν περισσότερα για τρόφιμα και στέγαση.

Στην Ελλάδα οι ΜμΕ αποτελούν το 99,9% επί του συνόλου των επιχειρήσεων του μη χρηματοπιστωτικού τομέα – με τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, κάτω από 10 άτομα, να αποτελούν σχεδόν το 95%. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το λιανεμπόριο, ο τζίρος των ΜμΕ μειώθηκε το τέταρτο τρίμηνο του 2024 κατά -1,3% – στα 10,86 δισ. ευρώ από 11 δισ. το 2023. Η τάση αυτή προκαλεί ανησυχία στον κλάδο, πόσο μάλλον αν συνυπολογίσουμε ότι παραδοσιακά το τέταρτο τρίμηνο κάθε χρονιάς οι μικροί έμποροι προσδοκούν άνοδο του τζίρου, λόγω Χριστουγέννων αλλά και λόγω της Βlack Friday. H μείωση του τζίρου για τις ΜμΕ, με δεδομένη την αύξηση του πληθωρισμού, μαρτυρά ακόμα μεγαλύτερη μείωση του όγκου κατανάλωσης. Οι μεγάλοι χαμένοι της σεζόν ήταν οι πολύ μικροί έμποροι.

Από τη συνολική εικόνα που παρουσιάζει η εμπορική δραστηριότητα στην επικράτεια δεν εξαιρείται φυσικά ούτε η αγορά της Θεσσαλονίκης, καθώς συνολική μείωση του τζίρου της, ακόμα και στο 30%, αναφέρει η πλειοψηφία των καταστηματαρχών στις περιοχές του κέντρου, της ανατολικής και της δυτικής Θεσσαλονίκης. Φαίνεται πλέον ξεκάθαρα πώς η καταναλωτική διάθεση δεν δείχνει να αλλάζει, γεγονός που οδηγεί στην κάμψη των λιανικών πωλήσεων και κατ’ επέκταση του τζίρου των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Ακόμα και η αύξηση του βασικού μισθού που θα ισχύσει από 1η Απριλίου δεν μπορεί να διαφοροποιήσει σε μεγάλο βαθμό την υφιστάμενη κατάσταση, καθώς η ταυτόχρονη διατήρηση (αν όχι επιπλέον αύξηση) του πληθωρισμού στην πραγματικότητα δεν αυξάνει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.

Υπάρχει μεγάλη ανάγκη για στοχευμένες πολιτικές και μέτρα για το λιανεμπόριο, που θα ενισχύσουν τη δυναμική και την παραγωγικότητα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας. Η άνιση κατανομή των πωλήσεων και ο αυξημένος ανταγωνισμός καθιστούν απαραίτητη τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και τη διαφοροποίηση των υπηρεσιών, προκειμένου να ενισχυθεί η βιωσιμότητα του κλάδου στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον.

Advertisement
Advertisement
Advertisement
Advertisement