Με αιχμηρό, τεκμηριωμένο και βαθιά πολιτικό λόγο παρενέβη στην Ολομέλεια της Βουλής η βουλευτής Δυτικού Τομέα Αθηνών του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Νάντια Γιαννακοπούλου, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Εσωτερικών για το ανθρώπινο δυναμικό του Δημοσίου, τις ΟΚοιΠ, την Τοπική Αυτοδιοίκηση και το Εθνικό Μητρώο Ζώων Συντροφιάς. Μια παρέμβαση που ξεχώρισε, καθώς δεν περιορίστηκε στη διαχείριση των άρθρων, αλλά άγγιξε τον πυρήνα της κυβερνητικής φιλοσοφίας: τον συγκεντρωτισμό εις βάρος της κοινωνίας.
Η Νάντια Γιαννακοπούλου ανέδειξε από την αρχή ότι το νομοσχέδιο, πίσω από τον τίτλο της «διοικητικής αναδιοργάνωσης», επιφέρει σοβαρά πλήγματα σε δύο κρίσιμους τομείς: την προστασία των ζώων συντροφιάς και τη δημόσια εκπαίδευση.
Στο σκέλος για τα ζώα, κατήγγειλε τη διαρκή αποσπασματική νομοθέτηση, τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του Ν. 4830/2021 και την απουσία στρατηγικού σχεδιασμού. Έθεσε ευθέως το ζήτημα της αποσύνδεσης της πολιτικής από την κτηνιατρική επιστήμη, της έλλειψης επιστημονικού προσωπικού και της κακής διαχείρισης πόρων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα 3,1 εκατ. ευρώ για νέο Εθνικό Μητρώο, την ώρα που οι Δήμοι στερούνται στοιχειώδους στήριξης.
Ωστόσο, η κορύφωση της παρέμβασής της ήρθε στο Άρθρο 34, που προβλέπει την κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών από τον Αύγουστο του 2026.
Η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ χαρακτήρισε τη ρύθμιση «βαθιά αντι-μεταρρύθμιση», εξηγώντας με όρους καθημερινότητας τι σημαίνει αυτή η επιλογή για τα σχολεία. Η Σχολική Επιτροπή, τόνισε, ήταν ο θεσμός της άμεσης λύσης, της ευελιξίας, της εγγύτητας στο πρόβλημα. Η κατάργησή της οδηγεί σε πλήρη συγκεντροποίηση, σε γραφειοκρατική ασφυξία και σε καθυστερήσεις που θα πληρώσουν μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικοί.
Ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα είχε η αναφορά της στη συλλογική αντίδραση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Πέντε μεγάλοι δήμοι της χώρας, μεταξύ των οποίων ο Δήμος Αθηναίων και ο Δήμος Περιστερίου, έχουν ήδη ζητήσει την απόσυρση της διάταξης, επιβεβαιώνοντας ότι η κυβέρνηση αγνοεί τις φωνές της πρώτης γραμμής. Εκεί όπου εφαρμόστηκε πιλοτικά η κατάργηση, τα αποτελέσματα ήταν, όπως σημείωσε, απογοητευτικά: καθυστερήσεις, διοικητικό χάος, διευθυντές-λογιστές αντί παιδαγωγούς.
Η ειδική αναφορά στη Δυτική Αθήνα προσέδωσε κοινωνικό βάθος στην τοποθέτησή της. Σε μια περιοχή με έντονες κοινωνικοοικονομικές ανισότητες, με σχολεία σεισμόπληκτα, με αίθουσες-κοντέινερ και επαναλαμβανόμενα περιστατικά επικινδυνότητας, η αφαίρεση της διοικητικής ευελιξίας συνιστά, όπως υπογράμμισε, πολιτική ανευθυνότητα. Η κυβέρνηση, αντί να ενισχύσει τη δημόσια παιδεία, την αντιμετωπίζει ως ακόμα έναν κωδικό στον προϋπολογισμό.
Κλείνοντας, η Νάντια Γιαννακοπούλου διατύπωσε μια καθαρή, πολιτικά φορτισμένη θέση: τα σχολεία δεν είναι λογιστικά μεγέθη, αλλά θεμέλια της κοινωνίας. Η κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών χωρίς διάλογο, χωρίς σχέδιο και χωρίς αξιολόγηση υπονομεύει την ασφάλεια, τη λειτουργικότητα και τη δημοκρατική συμμετοχή στην εκπαίδευση. Κάλεσε την κυβέρνηση να αποσύρει τη διάταξη, να ξεκινήσει ουσιαστικό διάλογο με την ΚΕΔΕ, τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς και να σταματήσει τους πειραματισμούς στις πλάτες της δημόσιας παιδείας.
Μια παρέμβαση που δεν περιορίστηκε στην κριτική, αλλά κατέθεσε πολιτική πρόταση και υπερασπίστηκε με συνέπεια έναν δημόσιο θεσμό που ασφυκτιά. Ένα σαφές μήνυμα ότι η δημόσια εκπαίδευση απαιτεί σεβασμό, ουσιαστική στήριξη και δημοκρατία, όχι διοικητικό αυταρχισμό.