Σε μια περίοδο που το ΠΑΣΟΚ δίνει μάχη αξιοπιστίας και πολιτικής επανεκκίνησης, ο τρόπος συγκρότησης των ψηφοδελτίων του δεν μπορεί να παραμένει γκρίζα ζώνη. Ιδίως όταν πρόκειται για δημόσιες δηλώσεις υποψηφιότητας πρώτης γραμμής, που δημιουργούν την εύλογη αίσθηση ότι κάποιοι γνωρίζουν περισσότερα και νωρίτερα από άλλους.
Η ανακοίνωση της πρόθεσης της Άννας Διαμαντοπούλου να είναι υποψήφια βουλευτής άνοιξε μια συζήτηση που δεν αφορά πρόσωπα, αλλά θεσμούς. Ποιο όργανο ενέκρινε την υποψηφιότητα; Ποια διαδικασία ακολουθήθηκε; Υπήρξε αξιολόγηση από την Επιτροπή Ψηφοδελτίων ή οι αποφάσεις λαμβάνονται σε κλειστούς κύκλους, μακριά από τα συλλογικά όργανα και τη βάση του κόμματος;
Οι πληροφορίες που κυκλοφορούν ότι ο επικεφαλής της Επιτροπής Ψηφοδελτίων, κ. Λάμπρου, διατηρεί στενό προσωπικό δεσμό με τον Λευτέρη Καρχιμάκη, ο οποίος φέρεται να σχεδιάζει υποψηφιότητα στον Β2 Τομέα Δυτικής Αθήνας, προσθέτουν ένα επιπλέον, πολιτικά φορτισμένο επίπεδο. Όχι ως μομφή, αλλά ως αντικειμενικό ζήτημα θεσμικής τάξης και πολιτικής ηθικής, ειδικά όταν μιλάμε για μια περιοχή με έντονα κοινωνικά χαρακτηριστικά, ιστορία αγώνων και ανάγκη πραγματικής εκπροσώπησης, όπως τα δυτικά της Αθήνας.
Η Δυτική Αθήνα δεν είναι πεδίο πειραματισμών ούτε χώρος διευθετήσεων κορυφής. Είναι περιοχή εργαζομένων, ανέργων, νέων ανθρώπων που ζητούν καθαρό πολιτικό λόγο και ίσους όρους συμμετοχής. Όταν οι διαδικασίες επιλογής υποψηφίων μοιάζουν αδιαφανείς, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι βαθιά αντιφατικό με το αφήγημα της ανανέωσης και της δημοκρατικής λειτουργίας.
Αν η Επιτροπή Ψηφοδελτίων υπάρχει για να εγγυάται αξιοκρατία και θεσμική ουδετερότητα, οφείλει να λειτουργεί με κανόνες, διαφάνεια και λογοδοσία. Διαφορετικά, μετατρέπεται σε διακοσμητικό όργανο, χρήσιμο μόνο για επικοινωνιακή κάλυψη προειλημμένων αποφάσεων. Και αυτό δεν αφορά μόνο το σήμερα, αλλά το πολιτικό ήθος που θέλει να εκπροσωπεί το ΠΑΣΟΚ αύριο.