Το ατύχημα ερευνάται από τις τοπικές αστυνομικές αρχές, όμως ο νομικός προσδιορισμός δεν αρκεί ώστε να αναδείξει τις βαθύτερες αιτίες: την παντελή ανυπαρξία ελέγχων υγιεινής και ασφάλειας, την ανεπάρκεια της επιθεώρησης εργασίας και την ανελαστική επιβολή ακόμα και στοιχειωδών πρωτοκόλλων. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν είναι αμέτοχη. Η πολιτική της ευνοεί την απορύθμιση της εργασίας, αφοπλίζοντας φορείς ελέγχου και αποσιωπώντας τα επαναλαμβανόμενα αιτήματα για αυστηροποίηση των προδιαγραφών και επαγρύπνηση των εργοδοτών.
Δεν πρόκειται για «τυχαίο περιστατικό». Είναι μια θλιβερή επαλήθευση ενός συστήματος που αντιμετωπίζει την εργατική προστασία ως «κόστος» και όχι ως κοινωνικό δικαίωμα. Το κράτος αποσύρεται, οι εργοδότες επιβαρύνουν την κατάσταση και οι εργαζόμενοι βρίσκονται εκτεθειμένοι — συχνά με τραγικό, αν όχι μοιραίο τίμημα.
Αν θέλει η κυβέρνηση να αποφύγει το πολιτικό κόστος — αλλά ακόμα περισσότερο να υπερασπιστεί ανθρώπινες ζωές — οφείλει επιτέλους να δράσει: να ενισχύσει τους ελέγχους, να επανιδρύσει την επιθεώρηση εργασίας, να θεσμοθετήσει σαφείς αποφάσεις διασφάλισης προσβάσιμων και ασφαλών συνθηκών. Η υγεία και η ζωή ενός εργαζόμενου δεν μπορούν να θυσιάζονται στο όνομα της «ανταγωνιστικότητας» ή της κυβερνητικής σκοπιμότητας.
Αυτό δεν είναι μόνο ζήτημα κοινωνικής ηθικής. Είναι ζήτημα ευθύνης — πολιτικής και εθνικής. Η σημερινή κυβέρνηση, οφείλει να αποδείξει ότι η ζωή του εργαζομένου δεν είναι για την ίδια ένας αριθμός στους δείκτες της καθημερινότητας, αλλά ένα δικό της ηθικό και πολιτικό καθήκον.